Τρίτη, 30 Αυγούστου 2016

Δείπνο σε ένα fine dinning εστιατόριο ενός 5αστερου ιστορικού ξενοδοχείου.


            Με την κουζίνα πάντα τα πήγαινα καλά. Η Έιμι ήταν η σου σεφ μας και ήταν μια περίπτωση ενός σκληρά εργαζόμενου κοριτσιού, σε ένα χώρο με μεγάλη ταλαιπωρία και μεγάλες απαιτήσεις. Τα χέρια της είχαν πολλά σημάδια από καψίματα, η επιδερμίδα του προσώπου της φαινόταν να στεγνώνει κάθε μέρα αλλά αυτή ήταν και η γοητεία της. Όταν τελείωνε τη βάρδια, άφηνε τα μαλλιά της ελεύθερα, φορούσε το καφέ παλτό της και έστριβε ένα τσιγάρο… ήταν όμορφη και γοητευτικότατη. Δε ξέρω πραγματικά πόσα χαμόγελα έχω ανταλλάξει με αυτό τον άνθρωπο. Ίσως και να έπρεπε να κάνω την κίνηση αλλά λίγη σημασία έχει τώρα. Ο σεφ με γούσταρε. Τον λέγαν Μπράιαν και ήταν γέννημα θρέμμα της Σκωτίας. Η προφορά του ήταν πολύ δύσκολη και οι ταχύτητες στις οποίες δουλεύαμε ακραίες με αποτέλεσμα να τον κοιτάζω συνεχώς στα χείλη, να παρατηρώ την κινησιολογία του προσπαθώντας να ερμηνεύσω κάθε πιθανή λεπτομέρεια που μπορεί να μου χρησίμευε πέραν της ομιλίας. Δεν μιλούσαμε ιδιαίτερα… απλά σε ένα πάρτι μου γύρισε ένα ωραίο και από τότε ήταν σαν να ήξερα και να ήξερε.  Ήταν αλανάκος, πάντα έπινε τσιγάρα στα διαλείμματα και πάντα ήταν χέζα. Παρόλα αυτά ήταν άψογος στην δουλειά του.  Όταν γινόταν κάποιο λάθος, αυτό σχεδόν πάντα θα ήταν ευθύνη του εστιατορίου και όχι της κουζίνας. Σε αυτές τις περιπτώσεις έπρεπε να κρυφτείς πίσω από κάποιο τοίχο γιατί κυριολεκτικά έφευγαν πιάτα στον αέρα. Ήταν τρελός, οι περισσότεροι σεφ είναι τρελοί, ειδικά στα fine dinning εστιατόρια.

Σε αυτά τα εστιατόρια έρχονται οι φαντεζί φραγκάτοι gentlemen και πληρώνουν 300 λίρες για δείπνο 2 ατόμων μήπως και δουν να πάλλεται για χάρη τους το μεταξένιο αιδοίο της κυρίας που έχουν απέναντι τους, πολυεθνικές που νοικιάζουν τον χώρο έναντι πολλών χιλιάδων λιρών για πριβέ συναντήσεις και στέλνουν τους CEO τους με ελικόπτερα ή ακόμη ζευγάρια που είναι συχνοί-γνωστοί πελάτες και τυχαίνει Σάββατο βράδυ να μαλώνουν μεταξύ τους για το ποιος θα πάρει το τραπέζι Νο6. Θεωρητικά αυτό και το Νο5 ήταν τα καλύτερα τραπέζια γιατί ήταν δίπλα στα παράθυρα που κοιτούσαν στους κήπους του ξενοδοχείου. Μερικές φορές ένιωθα ότι ζω σε μία σαπουνόπερα που εκτυλίσσετε σε ένα ιστορικό ξενοδοχείο και ο καθημερινός μου στόχος είναι να βγω εγκεφαλικά αλώβητος από εκεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν οι Cunninghams, ένα ζευγάρι γύρω στα 55 τους που κάθε Κυριακή είχαν κλεισμένο το τραπέζι Νο6. Με το που περνούσαν την είσοδο του ξενοδοχείου ο κος Cunningham θα παρέμενε εκεί ενώ η κα Cunningham θα συνέχιζε μόνη της αφήνοντας πίσω τον σύζυγο της, διασχίζοντας την εντυπωσιακή αίθουσα υποδοχής θα ανέβαινε τα σκαλοπάτια που οδηγούν στην λευκή πανύψηλη πόρτα του εστιατορίου και θα προχωρούσε για ακόμη λίγα μέτρα μέχρι το τραπέζι Νο6. Σε αυτό το σημείο ο σύζυγος ξεκινούσε με πολύ γρήγορο βήμα, σχεδόν τρέξιμο, έκανε την ίδια διαδρομή και λίγο πριν η κα Cunningham ακουμπήσει τον αφράτο και καλοθρεμμένο πωπό της στην καρέκλα εκείνος προλάβαινε και έβαζε ένα μαξιλαράκι από κάτω. Κάθε Κυριακή λοιπόν όσοι δούλευαν είχαν μια ξεκάθαρη αφορμή να αναρωτηθούν για την τροπή της εξέλιξης του ανθρώπινου είδους παρακολουθώντας αυτό το τελετουργικό. Κατά βάθος όμως ήξερα ότι είμαι μόνος, πιο μόνος από ποτέ κυριευμένος με ερωτήσεις, στραβωμένο σαγονι και μάτια γουρλωμένα. Μα δε βαριέσαι συνήθιζα να μου ψιθυρίζω … ο καθένας είναι πρωταγωνιστής στη δική του ταινία και μάλλον η κα Cunningham κάτι ξέρει παραπάνω. Συνήθως οι μισοί πελάτες είχαν και μία ιδιαιτερότητα. Π.χ. ιδιαίτερα της μοδός σε αυτούς τους κύκλους είναι να δηλώνεις gluten free. Φυσικά πολλές αλλεργίες και πάει λέγοντας. Οι πλούσιοι πρέπει να έχουν πράγματα να συζητάνε και να γεμίζουν το χρόνο τους. Εσύ ασχολείσαι με την αρχιτεκτονική του τραπεζιού μετρώντας τα εκατοστά κενού που πρέπει να έχουν μεταξύ τους όλα τα αντικείμενα ευθυγραμμίζοντας ή διασταυρώνοντας τα απαραίτητα, τους βοηθάς να καθίσουν, τους νταντεύεις βάζοντας τους την πετσετούλα στα πόδια, τους χαμογελάς ενώ από μέσα σου τους εύχεσαι τον πιο επίπονο καρκίνο… τρέχεις σαν το σκυλάκι τους και με κοφτές ματιές κοιτάς τα βυζιά της κόρης, της γκόμενας ή της γυναίκας του φραγκάτου χλεχλέ για τα οποία διακριτικά ενημερώνεις τους συναδέλφους σου και τους στέλνεις έναν-έναν να τσεκάρουν. Ένας τέτοιος χώρος για έναν άνθρωπο του είδους μου θα μπορούσε να είναι ένα είδος προετοιμασίας σαν να επρόκειτο να δώσω για τις εισαγωγικές μου σε κάποια υποκριτική σχολή ή κάτι ανάλογο.


Αυτοί οι χώροι ήταν ανέκαθεν έκθεση της τέχνης στον πλούτο. Αίθουσες φτιαγμένες από φτασμένους αρχιτέκτονες, περίτεχνα αντικείμενα όπως επιβλητικοί πολυέλαιοι και επιχρυσωμένα σκαλιστά ρολόγια τοίχου, πίνακες και σπάνιες χειροποίητες ταπετσαρίες περασμένων αιώνων να στολίζουν τους τοίχους. Ένα 5άστερο ξενοδοχείο με ιστορία 500 ετών σε μια συνολική έκταση ιδιοκτησίας 1200 στρεμμάτων. Αίθουσες, εκκλησίες και δωμάτια αφιερωμένα ονομαστικά σε πρώην ιδιοκτήτες ή παροδικούς κατοίκους όπως ο Τσόρτσιλ, η βασίλισσα Ελισάβετ, η οικογένεια Ρομανοφ. Οι χώροι του έχουν χρησιμοποιηθεί κατά καιρούς για σκηνές πολλών γνωστών ταινιών όπως ‘’Μάτια ερμητικά κλειστά’’, ‘’James Bond’’ και τα λοιπά, και τα λοιπά. Την καλύτερη δουλειά την κάναν κάτι μάγκες που μια δεκαετία πριν κατάφεραν να κλέψουν μεγάλος μέρος αυτής της κληρονομιάς σε μια περίοδο που το ξενοδοχείο ήταν κλειστό αναγκάζοντας τους σημερινούς ιδιοκτήτες να στείλουν ότι περίσσεψε σε μουσεία του Λονδίνου αντικαθιστώντας τα ορίτζιναλ κομμάτια με ρέπλικες. Σκεφτόμουνα συχνά όσο δούλευα εκεί μέσα ότι τέτοιους μάγκες χρειάζεται ο κόσμος μας σήμερα. Σκεφτόμουνα ότι θα ήθελα πάρα πολύ να γνωρίσω τέτοιους μάγκες κάποια στιγμή. Ίσως γιατί πιθανώς να είχαμε την ίδια αισθητική, αντίληψη και κατανόηση της λέξης ‘’ιδιοκτησία’’.


Κάποιες μέρες ήταν απερίγραπτα κουραστικές αλλά προσπαθούσα να με αποζημιώνω και γω με ότι έβρισκα. Έτσι με βόλευε ο Αντρέα στα κρυφά και μου έδινε να δοκιμάζω από τα κρασιά όταν κανείς δεν κοιτούσε. Μπορεί να δοκιμάζαμε κρασί 200 λιρών και να μου έλεγε ‘’Good but still young’’, εγώ γελούσα και του έλεγα ‘’You are the one who knows mate and I trust you’’ σηκώνοντας το πανάκριβο ποτήρι μου, κουνώντας το κυκλικά για να ανακατευτεί ο οίνος απελευθερώνοντας το άρωμα του και πίνοντας σαν κανένας κιουρίος των παραπάνω περιγραφών μου. Μετά τα καραγκιοζιλίκια μου γελούσαμε για λίγο και επιστρέφαμε γρήγορα στη δουλειά πριν μας δει κανείς. Ο Αντρέα ήταν 31 χρονών ,Ιταλός σομελιέρ, συμπαθέστατος, μιλούσε σπαστά αγγλικά και ήταν κρυφός χασικλής. Σπούδαζε νομική και λίγο πριν ορκιστεί αποφάσισε ότι δεν θέλει να έχει σχέση με αυτό το αντικείμενο με αποτέλεσμα να μη πάρει ποτέ το χαρτί, στη συνέχεια να βγάλει μια σχολή για σομελιέρ και να τον βγάλει ο δρόμος στην Αγγλία. Σε δύσκολες βραδιές που είμασταν πιεσμένοι μου έλεγε χαμηλόφωνα ‘’Same shit different day, remember?’’ και συνέχιζε, ‘’I know what you are. I like your philosophy man’’ και μου έκλεινε το μάτι. Με καταλάβαινε και με ανέβαζε ο Αντρέα.


Το τελευταίο Σάββατο μου το πέρασα στο πάσο… παρέα με τον σεφ. Τριάντα λεπτά πριν τελειώσουμε μου είπε πως έχει μια πρόταση στα χέρια του για 40k ετησίως και ότι σε μία βδομάδα φεύγει για το Jersey(ένα νησάκι μεταξύ Αγγλίας-Γαλλίας που επισκέπτονται εύρωστοι άνθρωποι και είναι tax free). Στη συνέχεια έβαλε κάτι uplifting trance και ξεκινήσαμε να χορεύουμε σαν παλαβοί με τον ιδρώτα να στάζει στα κούτελα μας. Το επόμενο Σάββατο ήταν η τελευταία εργάσιμη του Μπράιαν και η μέρα που παραιτήθηκα και εγώ με τη σειρά μου. Είχα σιχαθεί τον χώρο, τους πελάτες, τους συναδέλφους -ειδικά τις μυξιάρες γκόμενες που ξέρανε πολύ καλά πόση δύναμη έχει το κλάμα ή από πόσα προβλήματα θα μπορούσε να σε γλυτώσει μία πεολειχία-, τον καραφλό μου μάνατζερ που έτρεχε για εμφυτεύσεις στο Λονδίνο μα περισσότερο είχα σιχαθεί τον ασσίσταντ μανατζερ που ήταν ένα 24χρονο φίδι. Εφετζίδες και φασισταριά... και ο καθωσπρεπισμός αυτός θεέ μου, ο καθωσπρεπισμός αυτός. Εκμεταλλευότανε τα συμβόλαια που είχαν κάποια παιδιά, δεν τους πλήρωναν τις παραπάνω ώρες και ο προγραμματισμός τους έμπαζε από παντού. Όλα αυτά για 7,23 λίρες την ώρα. Κάπου εκεί τα μάζεψα και έφυγα. Προσπάθησε μέσω τρίτων να με μεταπείσει. Φυσικά αρνήθηκα μαθαίνοντας αργότερα ότι με προόριζε και ήθελε να με εκπαιδεύσει για σομελιέρ. Μα εγώ ξέρω τα όρια μου και όταν αυτά καταπατηθούν τραβάω το δρόμο μου και δεν κοιτάζω πίσω. Δεν έχω καταφέρει να κοιτάξω πίσω όσες φορές και αν το έχω προσπαθήσει στη ζωή μου. Μετά από εμένα ακόμη δύο ακόμη παιδιά παραιτήθηκαν. Κάπου εκεί ένιωσα μία ικανοποίηση. Παρόλα αυτά θα ήθελα κάποια στιγμή να σταθώ τυχερός και να τον βρω μπροστά μου. Αν όχι, τότε δεν θα ήταν άσχημο να ξυπνήσω μία μέρα και να βρω ένα μήνυμα από ένα από τα παιδιά που δουλέυαμε μαζί που να λέει ‘’Hey mate how are you, have you heard what happened last Saturday? Stefano and Jonathan died in a car accident on their way back home’’. Και στη συνέχεια να τραβήξω όλες τις κουρτίνες του διαμερίσματος στο οποίο θα είμαι τότε ένοικος ώστε άπλετο φως να καταλάβει τον χώρο και να κατευθυνθώ προς την κουζίνα αργά μα τόσο αργά λες και μου ανήκει ο υπολειπόμενος χρόνος τούτου του κόσμου, με μικρές χορευτικές κινήσεις λες και τα αυτιά μου είναι αποδέκτες κάποιων τζαζ μελωδιών και να φτιάξω έναν ελληνικό καφέ στην μνήμη τους. Τιμητικά και λόγο περίστασης θα τον έπινα σκέτο καθώς συνηθίζω να τον πίνω με ολίγη.


Δεν είμαι κακός άνθρωπος. Απλά πολλές φορές δεν μπορώ να λυπηθώ με τον θάνατο καθώς πιστεύω ότι η ζωή παύει να είναι δικαίωμα αν δεν μπορείς να ανταποκριθείς, να ανταποδώσεις, να δικαιώσεις την τυχαιότητα της ύπαρξης σου.