Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2015

Δώσε μου έναν τίτλο φυγής.


Για λέγε μάγκα.
Τι κάνουμε τώρα.
Με φτύνει ο πατέρας μας από ψηλά και εσύ κοιτάς το θέαμα.
Αυτοί είμαστε.
Μη γελάς.


Συνήθισα να βλέπω μπάτσους και να αλλάζω δρόμο.
Καλά παιδιά είναι και στον τάφο οι πάντες ξανασμίγουν με την γαλήνη του νου που σαν αιώνιες οντότητες αγάπησαν και βίωναν πριν τη γέννα τους.
Αλάνθαστοι και ωραίοι πριν το πρώτο φως δουν, πριν τους παραλάβουν οι σκάρτοι.


Τα χείλη μας σπάνια πιώματα ψάχνουν να γευτούν και εγώ να κρέμομαι από κάποιο μπαρ.
Συζητήσεις της πλάκας μάγκα.
Να ευχαριστώ που υπάρχει κάτω από το μπαρ μια μπάρα για τα πόδια αφού είμαι ολόκληρος χυμένος και ότι πιο σταθερό έχω πάνω μου είναι το χαμόγελο μου.
Θυμάμαι να τρέχω να προλάβω το τραίνο ξημερώματα για να παρουσιαστώ ξανά στρατόπεδο
Σκνίπα να είμαι και να ξερνώ λίγο πριν μπω η ακόμη και μέσα στην βρωμερή του χέστρα
Να γελάω μπροστά στον καθρέπτη με στόμα πιο στυφό από ποτέ.
Να γελώ ξέροντας ότι πάλι θα υποφέρω στους ίδιους διαδρόμους χωρίς ένα αλάνι πλάι μου.
Να γελώ γιατί με έχω τι και αν δε το πήρα πρέφα.
Μα γάμησε το,  παρελθόν είναι και αυτό.
Όταν σας βλέπω θυμάμαι αψυχολόγητες μανούρες με τελειωμένους τύπους.
Ξεκόλλα όμως γιατί τώρα λέμε ότι ωριμάσαμε.


Βρώμικα στόματα κυνηγάνε μεθυσμένα κορίτσια στο δρόμο της επιστροφής.
Υποταγή στην επιβλητική κυριαρχία της ματαιότητας.
Βία, έρωτας, άσχημη ειλικρίνεια, δόντια να τρίζουν, χαμηλοί παλμοί εξαιτίας της ψυχρότητας και ο πόνος να ζητάει να πνιχτεί.
Πες μου κάνω κάνα βήμα η απλά το χάνω?
Γιατί εγώ δεν έχω ιδέα με αυτό το ελαττωματικό κεφάλι που κουβαλάω.
Φυλακισμένος στο ελάχιστο αυτό εμβαδό.


Κάθε μέρα νιώθω να χτίζω το ίδιο οικοδόμημα απ’ την αρχή.
Για πόσο ακόμα.
Στις 7 πιάνω δουλειά.
Σκέφτομαι ότι τουλάχιστον δεν πρόκειται να πεθάνω μέσα στις επόμενες 9 ώρες.
Μία ενθαρρυντική σκέψη για να κυλίσει και αυτή η μέρα.
Και στην συνέχεια μάγκα μου μέσα σε αυτό το 9ωρο γίνομαι ποιητής.


Μάζεψε τα και έλα να φύγουμε από τα ξενέρωτα αυτά χώματα.
Θα ζήσω για να επιβεβαιώσω τα ευρήματα της φαντασίας μου.
Θυμάμαι με ένα σάπιο μηχανάκι γυρίζαμε τρικάβαλο τραγουδώντας με μπουκάλια στα χέρια φωνάζοντας στους περαστικούς “ληστεία”.
Να σας κλέψουμε το είναι σας θέλαμε.
Μα με τόση φτήνια που έπαιζε σπάνια γυρίζαμε σπίτι με κάτι αξίας πάνω μας.


Σαν και αυτούς δεν γίνομαι.
Σαν και αυτούς μη γίνεσαι.