Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

Αυτό που σου αναλογεί.


Και δώσαμε αγώνα για να αποδώσουμε την ζωή.
Απομονωθήκαμε μέσα σε δωμάτια.
Παραδοθήκαμε σε κραιπάλες και μαστούρες που χρόνια κράτησαν.
Ναρκωτικά για ρομαντικά μυαλά.
Στιγμές μπερδεμένες που η μία να ακυρώνει την ύπαρξη της άλλης.
Συνευρέσεις που υπολείπονται τόσης λεπτομέρειας ώστε να αμφιβάλλεις για την πραγματική τους έκβαση.
Λες και ήταν κάποιο στοίχημα να καταφέρουμε να ακυρώσουμε την λειτουργία του μνημονικού.
Λες και ήταν μία θεραπεία που κάποιος γιατρός μας έδωσε και εμείς πιστά ακολουθήσαμε σαν φοβισμένοι μεσήλικες για το μέλλον της υγείας μας.
Το ξημέρωμα μας βρήκε με μουσκεμένα μάτια μπροστά σε αυτόν τον πετυχημένο βιασμό.
Το να μην προσπαθώ έγινε κτήμα μου.
Αν προσπαθείς δεν μπορείς να μιλάς για βίωμα , ταλέντο, έρωτα, ευτυχία, αλήθεια αλλά για ένα δημιούργημα και μάλλον πρέπει να σκεφτείς το νέο όνομα που θα του δώσεις.
Οτιδήποτε ακυρώνει την φυσική εξέλιξη των πραγμάτων δεν έχει θέση μέσα μου.
Το μπουρδελάκι που χω στο κεφάλι μου είναι πολύ κουρασμένο.
Το να αναζητώ το πιώμα και να χάνομαι στους εμμονικούς του διαδρόμους έγινε στάση ζωής.
 Και εσύ καλή μου σκατά το γέμισες.
Η χώρα μου, η πόλη μου και οι αγαπημένοι.
Όλα φαντάζουν φιγούρες που ατόνησαν και είναι πια τόσο αδύναμες.
Δεν μπορούν να με κρατήσουν ζωντανό και εγώ δεν μπορώ να επιβληθώ στη θλίψη.
Δέκτης μιας άτυπης προδοσίας.
Μετατράπηκα σε σολίστα της σκέψης για να παραμένω ατσαλάκωτος ή τουλάχιστον έτσι να δείχνω.
Τα ψυχολογικά μου αραδιασμένα μια φόλα δίχως τέλος.


Είναι μια διασταύρωση που ξέρω από παλιά.
Μόνο όταν φτάσει η Παρασκευή ξεκινάει και έχει κίνηση.
Τις υπόλοιπες μέρες μοιάζει να είναι κομμάτι κάποιου ατελείωτου δρόμου της αμερικής που όσο και αν ταξιδεύεις πάνω του δεν πρόκειται να συναντήσεις άνθρωπο.
Ένας ορίζοντας μπροστά σου που το μάτι σου χάνεται και τίποτα δεν μεσολαβεί ανάμεσα τους.
Εκεί που το έδαφος και ο ουρανός γίνονται ένα.
Τα σκυλιά αυτής της διασταύρωσης είναι υπέροχα.
Αυτό με το αχρηστευμένο πόδι ξεχωρίζει.
Πανέμορφα και βρώμικα ταυτόχρονα.
Παρατημένα εκεί μα με τον καιρό αλήτες έγιναν που φόβο δεν έχουν.
Κουράγιο μου δίνουν.


Κάνε μου τη χάρη και χαμογέλα μου.
Χαμογέλα μου γιατί μπορεί να μην υπάρχω μέσα στο ‘μετά’.
Κάποιος που πήρε αποφάσεις και του είναι τόσο δύσκολο να κοιτάξει πίσω.
Κάποιος που έφυγε, ζαλισμένος χάθηκε, ξεχάστηκε και ίσως αυτό να είναι μία πραγματική ανάγκη.
Και ίσως ο δρόμος με βγάλει σε χαμένους τόπους, σε ηλιόλουστα μεσημέρια που να θυμίζουν το εδώ.
Χυδαίο και επιθετικό δε θέλω να με βρίσκεις.
Είναι που καμιά φορά τα χάνω.
Η ζωή είναι απέναντι μας μα είναι πένα αγάπη μου.
Είναι ένα φίνο πουτανάκι που μου έμαθε με λάθος τρόπους να καυλώνω.
Για αυτό είμαι τώρα εδώ.
Αξίες να αποδίδω.
Μη μου μιλάς για πολυπλοκότητα.
Στα γαμημένα χέρια μου αφήσου.


Σε πράσινα παγκάκια τις μονάκριβες ιδέες μου ξεπουλούσα και το μόνο που ζητούσα ήταν οι δείκτες του ρολογιού να κυλήσουν μα αυτοί βήμα δεν έκαναν.
Κοίτα όμως κοίτα που κύλησαν και τώρα είμαι εδώ νου και σώμα όπως θέλω να διατάζω.
Πες μου ότι θες μόνο μη μου πεις τις μαλακίες σου κουρασμένος είμαι.
Κανείς δεν ήταν εκεί.
Κανείς τώρα εδώ.
Καθείς στο νου του τον ίσκιο στέκεται και προσπαθεί να πείσει πως τον ήλιο ψάχνει.
Το πιο κοινότυπο ταλέντο της εποχής.

Αυτό του να σε ξεγελάς.

Το χεις?