Παρασκευή, 17 Σεπτεμβρίου 2010

Γιάννης Αγγελάκας - Πως τολμάς και νοσταλγείς τσόγλανε



Απόσπασμα από “ΘΑΛΑΜΟ Α”


Μ’ όλα αυτά προσπαθώ και εγώ σαν καθωσπρέπει κυνικός να κρατήσω την απαιτούμενη απόσταση από τον εαυτό μου.

Απόσπασμα από “ΘΑΛΑΜΟ Β”

Δεν μπορείς να με δεις σκύλα! Δεν κατάφερες ποτέ να μ’ αγαπήσεις, θλιβερό πανανθρώπινο χούφταλο! Μόνο να νοικιάσεις την ψυχή μου μπορείς και αυτό όσο κρατάει ένα χορταστικό γεύμα σε ένα περιποιημένο εστιατόριο, κι ύστερα μόλις αρχίσω να ρεύομαι, σε ξεχνώ και πάλι.
Ξημερώνει. Μισοκατανοημένο πρώτο φώς. Λαμπερός δαμαστής αγριεμένων και χαμένων ψυχών. Μετανιώνω για όσα ως τώρα ισχυρίστηκα, για ό,τι ως τώρα υπήρξα.
Μετανιώνω για αυτή μου ακόμα την μετάνοια.

Απόσπασμα από “ΘΑΛΑΜΟ Γ”

Ήρθε ένα απόγευμα ντυμένη ισχνά, στολισμένη με τα στίγματα μιας σαρκοφάγας νοσταλγίας. «Μ’ ομορφαίνει ο πόνος?» με ρώτησε ή εγώ της απάντησα «Σ’ομορφαίνει ο πόνος» χωρίς να θυμάμαι αν με είχε ρωτήσει κάτι τέτοιο.

Απόσπασμα από “ΘΑΛΑΜΟ Δ”

Στριμώχνομαι στην σειρά με υπερτροφικές μπαλαρίνες, σταφιδιασμένες πριμαντόνες, καυλωμένους στρατοκράτες, βιαστές λαχανικών, ορχήστρες δολοφόνων, φυματικούς μεσσίες, πυρηνικούς επιβήτορες. Έρχεται η σειρά μου, έρχεται η σειρά μου και δεν έχω τίποτα αξιόλογο να επιδείξω, κάποιο τρικ να γοητεύσω έστω μερικούς. Τρέμω. Τα έχω χαμένα. Αυτό θα κάνω. Θα ουρλιάξω πως είμαι πάμφτωχος κι αδέξιος κι ανίκανος και κενός και ίσως για αυτό να αξίζω μία στιγμή την προσοχή σας. Θα τρομάξουν. Δεν μπορεί, θα με χειροκροτήσουν.
Α! Ξημερώνει για τα καλά, πρέπει να βρω κάποιον να του πω καλημέρα. Αρκεί βέβαια αυτός ο κάποιος να μην οπλοφορεί.

Απόσπασμα από “ΕΞΟΔΟΣ (είμαι ελαφρύς)”

Καταπίνω σύννεφα και χουφτώνω αστερισμούς. Χορεύω βαλς με την Μεγάλη Αρκούδα, παίζω κρυφτό με την Μικρή, σβήνω το Άλφα του Κένταυρου. Κι ύστερα, σαν παραχορτασμένος σκύλος, νωχελικά απλώνομαι πάνω στην πλάτη του χάους, ενός καλοσυνάτου βροντόσαυρου που δεν σταματά στιγμή να ταξιδεύει, και εκεί κοιμάμαι ανυποψίαστος για το που θα με βρει η αυγή. Έρχονται στιγμές που βρίσκεις στη ζωή όσα μόνο από το θάνατο μπορούσες να ελπίζεις.

Άτιτλο

Πριν αρχίσουν όλα
Είχαν κιόλας αρχίσει
Πριν φτάσω ήμουν ήδη εκεί
Τα ίχνη μου και ο δρόμος προϋπήρχαν
Τ' ακολούθησα
Βρήκα ένα σπίτι στις φλόγες
Μπήκα μέσα και του 'βαλα φωτιά.

Άτιτλο

Καταραμένη γυναίκα,
μου έμαθες τόσα πολλά
δεν πρόκειται να στο συγχωρήσω ποτέ.

Οι καλύτεροι της ράτσας μας

Οι καλύτεροι της ράτσας μας γίνονται φονιάδες
Ακολουθούν σε απόσταση ασφαλείας
οι ποιητές
οι παραμυθάδες
οι τερατολόγοι γενικώς
Μερικές χιλιάδες έτη φωτός πιο πέρα
Πλατσουρίζουν αγέλαστοι κι ανόρεχτοι
Στα στάσιμα νερά της μετριότητας
Οι όμηροι του φόβου


Άγνωστη Χ

Με σκαλίζεις σαν ξερό χωράφι
Κι ό,τι σάπιο και άχρηστο βρίσκεις το αγαπάς
Το χρυσάφι μου το πετάς στα σκουπίδια
Αναλογίζομαι την ώρα που θα φεύγεις
Νομίζοντας πως πήρες ό,τι ήθελες να πάρεις
Δίχως ποτέ να σου περάσει απ' το μυαλό
Πώς πήρες ό,τι σου άξιζε να πάρεις

Μητέρα θλίψη

Φανερώσου
Με τα σκοτάδια σου να χαμογελούν
Την πέτρινη αγκαλιά σου να ορέγεται ακόμη
Στρατιές μοναχικών δημίων
Τους πειρατές των εφτά σκουπιδότοπων
Με τις λιγδιάρικες στολές τους
Να λαμπυρίζουν
Στη διάταξη των μικρών και των μεγάλων φαλλών
Αναλογίσου όλους εμάς
Που καρτερούμε τυλιγμένοι σε μολυσμένες ρόμπες
Με παντόφλες και κέρατα
Ρίχνοντας χαμόγελα νάρκες στους καχύποπτους γείτονες
Όλους εμάς
Που φτυαρίζουμε αποκαμωμένοι το σκοτάδι
Με υπεριώδη βλέμματα
Και στρώνουμε δείπνα συντροφικά
Και μοιραζόμαστε ψίχουλα μπαγιάτικιας δόξας
Και μουχλιασμένους μύθους
Αναλογίσου μας και φανερώσου
Με το επίσημο σου ένδυμα
Με τα δόντια σου τα κοφτερά τα δίκαια
Ροκάνισε το θάνατο
Που καρφιτσώθηκε στα κόκαλα μας
Και ξαναβάφτισέ μας γιους σου
Φανερώσου
Μητέρα θλίψη
Δεν την αντέχουμε πια
Τόση ορφάνια

Θέλω να γνωρίσω όλους αυτούς που σκύβουν

Θέλω να γνωρίσω όλους αυτούς που σκύβουν
Πάνω από ένα καθαρό κομμάτι χαρτί
Μέσα σε βρόμικες διαλυμένες κάμαρες
Γεμάτοι οργή κι απόγνωση
Αποφασισμένοι ωστόσο
Να το λεκιάσουν με λέξεις
βρόμικες λέξεις
άγιες λέξεις
λέξεις κλειδιά
ιδέες φαντάσματα
λυτρωτικές φράσεις

Θέλω να γνωρίσω όλους αυτούς τους μανιακούς του λόγου

Να γλείψω το μελάνι από τα δάχτυλα τους
Να φιλήσω τα παραμορφωμένα τους μέτωπα
Να συμμαζέψω τις τσαλακωμένες τους ονειρώξεις
Να διορθώσω τα ορθογραφικά λάθη του έρωτα τους
Να τους καθησυχάσω
Να τους πείσω πως δε χρειαζόμαστε άλλο αίμα γι' απόψε
Πως χορτάσαμε
Κι ύστερα να τους βάλω στο κρεβάτι
Και να τους νανουρίσω

Η εποχή των σκιών

Είμαστε εδώ
Χωρίς να είμαστε
Αναπνέουμε
Περπατάμε
Μισούμε
Αγαπάμε
Αγοράζουμε
Πουλάμε
Μόνο και μόνο
Για να δικαιολογούμε
Την απουσία μας
Πώς μπορεί να ονομάζεται
Ένας κόσμος
Φτιαγμένος από σκιές
Ανύπαρκτων σωμάτων
Οι καθρέφτες αποτυπώνουν
Εντυπώσεις δυνατών ψευδαισθήσεων πόνου
Είμαστε όλοι
Ασθενικά αιμορραγούντα φαντάσματα
Μάταια προσπαθούμε ν' αφήσουμε τα χνάρια μας
Για την εποχή των πραγμάτων
Που θα ακολουθήσει
Τη δικιά μας εποχή των σκιών

Για την σχιζοφρένεια.

Η σχιζοφρένεια είναι μία υγιής αντίδραση της ψυχής και του πνεύματος ενάντια στην σταθερή και ανελέητη εξουσία του χρόνου.

Για τον φόβο.

Και ο πιο μεγάλος φόβος μου
Φοβάται μη και δεν τον φοβηθώ.

Για τούτο το κακόμοιρο κορμί.

Θυμήσου
Κι αν ακόμη υπάρχει αθανασία
Στο πνεύμα σου θα προσφερθεί
Τούτο το κακόμοιρο κορμί
Να στηριχτεί
Ούτε μια τόση δα ψευδαίσθηση δεν έχει
Μόνο κρεβάτια καταβόθρες
Βάναυσα αγκαλιάσματα
Πρόσκαιρα τιποτένια μελανώματα
Δαγκωματιές ρηχές
Λιποταξίες
Να προσδοκάς τη σκόνη
Αυτό δεν είναι άλλοθι

Η σκέψη λένε πως τρέχει

Η σκέψη λεν πως τρέχει
Πιο γρήγορα απ’ το φως
Μα αν είναι να βρεις την αγάπη σου
Όσο κι αν βιάζεσαι
Καλύτερα ξεκίνα με τα πόδια

Μία ευχή

-Κάνε μία ευχή με μία λέξη
-Όχι πόνος
Μα αυτές είναι δύο
Στ’ αρχίδια μου

Happy end I

-Έι μάνατζερ, έχω κάτι δάκρυα για πούλημα
-Επιτέλους, πάνω που σε νόμιζα ξοφλημένο!
-Πιο πολύ γι ‘αυτό έκλαψα
-Έλα στην αγκαλιά μου, μεγάλε μου αρτίστα,
Πληγωμένο μου σκυλί,
Σ’ αγαπώ σαν φουσκωμένο πορτοφόλι!

Happy end II

-Έι μάνατζερ, έχω κάτι φόβους για πούλημα
-Αληθινούς?
-Αληθινούς
-Ανελέητους?
-Ανελέητους
-Πρωτότυπους?
-Ξέρω γω?
-Δώσ’ μου να καταλάβω!
-Να, καμιά φορά φοβάμαι πως ο κόσμος αναπνέει μες στην κωλοτρυπίδα σου
-Σ’ αγαπώ, λατρεμένε μου μπάσταρδε,
Σ’ αγαπώ σαν τα ρουθούνια μου

Παράξενος άνθρωπος

Παράξενος διεστραμμένος άνθρωπος που ήταν
Τόση ομορφιά τριγύρω του
Κι αυτός χαιρόταν

ΑΠΟΗΧΟΙ

Καθισμένος στο κέντρο της μικρής μου αυλής
Νηφάλιος παρατηρώ
Την αγωνιώδη τρεχάλα της σκιάς μου
Γύρω γύρω στον ορίζοντα
Πού και πού φτάνουν στ' αφτιά μου
Οι απόηχοι από τις απόκοσμες στριγκλιές της
«Είμαστε περικυκλωμένοι απ' το Θεό
Είμαστε περικυκλωμένοι απ' το Θεό
Χωρίς ελπίδα
Ανέτοιμοι»

ΛΕΞΕΙΣ

Λέξεις λέξεις λέξεις

Νύχτωσε πάλι
Η μέρα που ήταν να 'ρθει σήμερα τι απέγινε;
Τραγούδησε ο ουρανός το τρυφερό τραγούδι του;
Για ποιον;
Που ήμουν εγώ;

Λέξεις λέξεις λέξεις

Ικέτευες και εκλιπαρούσες για ένα βηματάκι
Την ώρα που χιλιόμετρα μπορούσες να διανύσεις
Γύρω σου οι πάγοι λιώνανε
ποτάμια ορμητικά γεννιόνταν

Και συ σαν βράχος έστεκες κι αφουγκραζόσουν
Λέξεις
Νύχτωσε πάλι
Η μέρα που ήταν να 'ρθει σήμερα τι απέγινε;

Και τελευταίο το “Κυρία των μέσα μου ανέμων” που το έχει κάνει και τραγούδι..

Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2010

Wet like an angel. Derailed.


Είναι γελοίο. Είναι πραγματικά γελοίο. Κάθε γαμημένο σοκάκι με τα φώτα του. Λάμπες παντού. Απίστευτο πράγμα να θες να κρύψεις το πρόσωπο σου σε κάποια σκιά και να μην βρίσκεις. Δεν ντρεπόσουνα ακριβώς. Αλλάζεις δρόμο όταν ακούς φωνές εξαιτίας μιας γαμημένης λάμπας και πιάνεις τον εαυτό σου να παρακαλά τον θεό για λίγο σκοτάδι. Άντε και να πίστευες σε κάποιο θεό, να το καταλάβω. Πάνω στη ζάλη αλλάζεις για ακόμη μία φορά κατεύθυνση για μία νέα οδό. Και αυτή η πουτάνα φωτισμένη(σκέφτεσαι). Δεν προλαβαίνεις όμως να ολοκληρώσεις την σκέψη και να ρίξεις κάνα γαμοσταυρίδι…σβήνει η λάμπα πάνω από το κεφάλι σου, κοιτάς ψηλά, χαμογελάς και την αράζεις στο διπλανό πεζούλι. Και όμως είσαι σε θέση ακόμη και να χαμογελάσεις. Τα έχεις κάνει όλα πλέον.

Σπουδαίο μπαστάρδεμα συναισθημάτων που ψάχνει καταφύγιο.


ΓΑΜΗΣΕ ΜΕ.