Παρασκευή, 6 Απριλίου 2012

Σαν απαραίτητη δυσαρέσκεια.



Αυτός…

--Δεν είχε μάθει ποτέ του να ‘’χορεύει’’. Όταν τελικά το παραδέχτηκε, αμέσως άρχισε να πιάνει την λογική του ‘’χορού’’.

Κατά την διάρκεια ενός πρωινού ακούμπησε τα χέρια και την μούρη του στα κάγκελα του μπαλκονιού. Κοίταξε μία τον ήλιο, μία τους περαστικούς και συνειδητοποίησε πόσο του έλειψαν και οι δύο. Σιγά σιγά άρχισε να σημειώνει ώρες, να ξυπνάει νωρίς και να δίνει ραντεβού με την γνώση, την κοινωνικότητα, τον έρωτα, την απλότητα...

Που συνάντησε τον άλλον…

--Με το ποδήλατο του ανέβαινε στο ψηλότερο κατοικήσιμο σημείο της περιοχής για να χαζέψει τα φώτα που κάποια στιγμή θα χανόταν ανάμεσα τους.

Λάτρης της εικόνας που με όμορφα λόγια αργά η γρήγορα έκανε δική του. Λόγια που δεν ξέρεις αν τα καταλαβαίνουν αλλά είσαι σίγουρος ότι τους αρέσουν. Κάποια στιγμή συνάντησε το ίδιο ταλέντο σε άλλα χείλη για να ανακαλύψει στην πορεία ότι η συνύπαρξη δύο τέτοιων ταλέντων ανακηρύττει μόνο έναν ‘’σταρ’’.

Που ήξερε αυτόν.

--Θα του ταίριαζε απόλυτα η βρώμικη πλευρά μιας μεγάλης πόλης. Για όσο την δοκίμασε του πήγε. Καλώς η κακώς δεν φώλιασε μέσα της.

Αυτός δεν ήξερε από ποίηση. Δεν είχε χρόνο για αυτά γιατί πάντα είχε άλλες έγνοιες. Καμιά φορά όμως η ζωή τα φέρνει περίεργα. Στην περίπτωση του μάλλον ήρθε αυτή και τον βρήκε. Ήταν η συνοδός του, αν και το κατάλαβε αργά. Πρακτικά του πρόσφερε στιγμές και συναισθήματα που πολλοί θα ζήλευαν και θα ήθελαν να ζήσουν με σκοπό να τα αποτυπώσουν. Κάπως έτσι στην πορεία της ζωής του ανέπτυξε ένα όμορφο είδος περηφάνιας.